Είστε εδώ

Πως οσφραινόμαστε ή πως λειτουργεί η όσφρηση; ©

Γκελη Αικατερινη
Ιατρός, Ακτινολόγος, Άσσος, Κορινθίας
Τζαμαλής Χρήστος
Ιατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος, Διευθυντής ΩΡΛ κλινικής του Γεν. Νοσοκομείου Μεσολογγίου
Λυτρίδης Κωνσταντίνος
Ιατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος, Λειβαδιά, Βοιωτίας
Τσιτηρίδης Ιωάννης
Ιατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος, Λάρισα

Η όσφρηση και η γεύση ανήκουν στις χημειοπροκαλούμενες αισθήσεις, οι οποίες λειτουργούν μέσω ενός χημειαισθητικού συστήματος. Το οσφρητικό νεύρο, που αποτελείται από οσφρητικούς νευρώνες  είναι μόνο νεύρο που ξεκινάει από τον εγκέφαλο και εξέρχεται στην εσωτερική οροφή των ρινικών θαλαμών με τη μορφή νευρικών τριχιδίων στις απολήξεις αυτών των νευρικών τριχιδίων υπάρχουν νευρικοί υποδοχείς.

 

Οι οσφρητικοί νευρώνες ή οσφρητικά κύτταρα συνδέονται κατ’ευθείαν με τον εγκέφαλο. Στον κάθε οσφρητικό νευρώνα ή οσφρητικό κύτταρο αντιστοιχεί και ένας οσφρητικός υποδοχέας για μια ορισμένη οσμή.

 

Οι ουσίες που μας περιβάλλουν , π. χ ο καφές, η κανέλα, κλπ  διεγείρουν αυτούς τους υποδοχείς. Μόλις ο κατάλληλος για την κάθε οσμή νευρικός υποδοχέας διεγερθεί από τα πτητικά μόρια που συνιστούν την οσμή μιας περιβαλλοντικής  ουσίας, προχωράει η διέγερση του ερεθίσματος μέσω του αντίστοιχου οσφρητικού κυττάρου ή νευρώνα, που προσέλαβε την οσμή, προς την περιοχή του εγκεφάλου, που είναι αποθηκευμένες οι οσφρητικές μνήμες και εκεί αναγνωρίζεται η προσληφθείσα οσμή.

Βεβαίως στο ανθρώπινο περιβάλλον υπάρχουν πολύ περισσότερες οσμές από τους διαθέσιμους νευρικούς υποδοχείς. Σ’αυτές τις περιπτώσεις  ένα οσμηρό μόριο μπορεί να διεγείρει κάποιο συνδυασμό νευρικών υποδοχέων.

Οι οσμές φθάνουν στους οσφρητικούς υποδοχείς των οσφρητικών νευρώνων ή κυττάρων με δύο οδούς. Η πρώτη είναι τα ρουθούνια, δια της εισπνοής του περιβαλλοντικού αέρα. Η δεύτερη οδός είναι ο ρινοφάρυγγας, δηλαδή  ο δρόμος μέσω του οποίου εξέρχεται ο εκπνεόμενος αέρας από τη μύτη. Αυτό το δρόμο ακολουθούν τα αρώματα των τροφών, μόλις αυτά παραχθούν με το μάσημα και με αυτό τον τρόπο εξυπηρετείται και η γεύση.

Αν κάποια από τις παραπάνω οδούς πορείας των οσμών προς τους οσφρητικούς υποδοχείς.

αποφραχτεί, π.χ. μετά από μπούκωμα της μύτης συνεπεία κρυολογήματος ή αλλεργικής ρινίτιδας μπορεί να επηρεαστεί και να ελαττωθεί η οσφρητική λειτουργία και να περιοριστεί η απόλαυση των τροφών.

Με αυτό το μηχανισμό εξασφαλίζεται η ταυτόχρονη λειτουργία της όσφρησης και της γεύσης. Όταν για κάποια αιτία χαθεί η όσφρηση είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς τα αρώματα των τροφίμων (π.χ. σοκολάτα, καφές, πορτοκάλι, μανταρίνι, κ.α.).

Πολλοί άνθρωποι, που έχουν χάσει τη γεύση τους εκπλήσσονται, όταν ο ωτορινολαρυγγολόγος τους διαγνώσει ότι έχουν και διαταραχή ή απώλεια της όσφρησης.

Η οσφρητική λειτουργία επηρεάζεται και εξυπηρετείται και από το τρίδυμο νεύρο. Με τις απολήξεις κλαδιών του τριδύμου νεύρου γίνονται αντιληπτές ορισμένες οσμές, π.χ. της υγρής αμμωνίας, του ξυδιού κλπ.

Τα εκατομμύρια των αισθητικών απολήξεων του τριδύμου νεύρου στους βλεννογόνους του στόματος της μύτης, του φάρυγγα και των επιπεφυκότων των ματιών, καθώς είναι υγρές συμβάλλουν στο να αντιλαμβανόμαστε μέσω του νευρικού ερεθισμού που προκαλούν ποια είναι η ουσία που προκαλεί τον ερεθισμό, π.χ. όταν καθαρίζει κανείς κρεμμύδια δακρύζει και αντιλαμβάνεται την οσμή του κρεμμυδιού, με τον ίδιο μηχανισμό γίνεται αντιληπτή η παρουσία μινθόλης στη στοματική κοιλότητα, καθώς δημιουργεί ευχάριστο αίσθημα δροσιάς.

Οι διαταραχές της όσφρησης και της γεύσης μπορεί να αποτελέσουν διαγνωστική πρόκληση για τον ωτορινολαρυγγολόγο, διότι προκαλούνται από πολυάριθμες και ποικίλες αιτίες. Πολλές φορές οι πάσχοντες αδυνατούν να δώσουν ακριβείς πληροφορίες για το ιστορικό τους, το γιατρό τους. Πολλές φορές αδυνατούν να διακρίνουν τη διαταραγμένη όσφρηση από τη διαταραγμένη γεύση [1].

Τα υπάρχοντα τυποποιημένα ερωτηματολόγια που χρησιμοποιεί ο ωτορινολαρυγγολόγος μπορεί να βοηθήσουν στη διάγνωση. Η δυσλειτουργίες της όσφρησης και της γεύσης μπορεί να οδηγήσουν σε ανορεξία, ακούσια ασπώλεια βάρους, κατάθλιψη και κακή ποιότητα ζωής. Όσοι χρησιμοποιούν επαγγελματικά την όσφρηση και τη γεύση τους (γευσιγνώστες) θα πρέπει να τις πιστοποιούν συχνα με τον ωτορινολαρυγγολόγο τους [2].

Βιβλιογραφία

1. Malaty J, Malaty IA. Smell and taste disorders in primary care. Am Fam Physician. 2013 Dec 15;88(12):852-9.
2. Wrobel BB, Leopold DA. Clinical assessment of patients with smell and taste disorders. Otolaryngol Clin North Am. 2004 Dec;37(6):1127-42.